Η Βουλγαρία, μετά τον εμφύλιο, υπήρξε για πολλούς ένας τόπος υποδοχής,
φιλοξενίας, υπερορίας, επιβίωσης. Μετά τη μεταπολίτευση, μια χώρα σπουδών και
αναγκαστικής παραμονής επειδή το ελληνικό κράτος δεν χορηγούσε αναβολή
στράτευσης. Έπειτα από το 1981, ένα οικοσύστημα πολλών και διαφόρων
κατηγοριών φοιτητών με διαφορετικές προσδοκίες και στόχευση. Τέλος, μετά τη
βουλγάρικη «μεταπολίτευση» το 1990, χώρα υποδοχής πλήθους φοιτητών, αλλά
πλέον και μεταναστών, χώρα επιχειρηματικών ευκαιριών.
Για όλους, ένας χωροχρόνος που δεν έμεινε ίδιος – και που δεν άφησε
κανέναν ίδιο.
Στη Χώρα των Κατόπτρων, η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας και η Βουλγαρία του
σήμερα συνυπάρχουν ως ενιαία αφήγηση, μέσα από θραύσματα προσωπικής
εμπειρίας. Έτσι όπως τα έχει φιλτράρει και αξιολογήσει το μυαλό στο πέρασμα του
χρόνου. Φοιτητές, πολιτικοί εξόριστοι και εργαζόμενοι, μετανάστες, διπλωμάτες
καταθέτουν την αίσθησή τους μέσα από μαρτυρίες, αναμνήσεις και λογοτεχνικές
αφηγήσεις. Ο τόπος προβάλλει πολλαπλός, αντιφατικός, συχνά αινιγματικός – όπως
ακριβώς αντανακλάται στο βλέμμα εκείνων που τον έζησαν.
Τα κείμενα του τόμου δεν επιχειρούν να εξηγήσουν τη χώρα ούτε να τη
συνοψίσουν σε έναν «οδηγό επιβίωσης». Παρακολουθούν μέσα από μικρές
καθημερινές ρωγμές, πίσω από τις γρίλιες. Μέσα από τη γλώσσα που γίνεται τόπος
και πατρίδα, τη μνήμη που επιστρέφει αλλοιωμένη από τις πολλαπλές επιστρώσεις,
τον χρόνο που χωρίζει σχηματικά το «τότε» από το «τώρα», χωρίς να καταφέρνει να
τα διαχωρίσει πλήρως.
Έτσι, η Βουλγαρία γίνεται ένα κάτοπτρο. Και αυτό που αντανακλάται μέσα
του δεν είναι μόνο ή κυρίως ο τόπος, αλλά εκείνοι που στάθηκαν απέναντί του.
Η χώρα των κατόπτρων – 34 κείμενα για το τότε και το τώρα
€20,00
Η Βουλγαρία, μετά τον εμφύλιο, υπήρξε για πολλούς ένας τόπος υποδοχής,
φιλοξενίας, υπερορίας, επιβίωσης. Μετά τη μεταπολίτευση, μια χώρα σπουδών και
αναγκαστικής παραμονής επειδή το ελληνικό κράτος δεν χορηγούσε αναβολή
στράτευσης. Έπειτα από το 1981, ένα οικοσύστημα πολλών και διαφόρων
κατηγοριών φοιτητών με διαφορετικές προσδοκίες και στόχευση. Τέλος, μετά τη
βουλγάρικη «μεταπολίτευση» το 1990, χώρα υποδοχής πλήθους φοιτητών, αλλά
πλέον και μεταναστών, χώρα επιχειρηματικών ευκαιριών.
Για όλους, ένας χωροχρόνος που δεν έμεινε ίδιος – και που δεν άφησε
κανέναν ίδιο.
Στη Χώρα των Κατόπτρων, η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας και η Βουλγαρία του
σήμερα συνυπάρχουν ως ενιαία αφήγηση, μέσα από θραύσματα προσωπικής
εμπειρίας. Έτσι όπως τα έχει φιλτράρει και αξιολογήσει το μυαλό στο πέρασμα του
χρόνου. Φοιτητές, πολιτικοί εξόριστοι και εργαζόμενοι, μετανάστες, διπλωμάτες
καταθέτουν την αίσθησή τους μέσα από μαρτυρίες, αναμνήσεις και λογοτεχνικές
αφηγήσεις. Ο τόπος προβάλλει πολλαπλός, αντιφατικός, συχνά αινιγματικός – όπως
ακριβώς αντανακλάται στο βλέμμα εκείνων που τον έζησαν.
Τα κείμενα του τόμου δεν επιχειρούν να εξηγήσουν τη χώρα ούτε να τη
συνοψίσουν σε έναν «οδηγό επιβίωσης». Παρακολουθούν μέσα από μικρές
καθημερινές ρωγμές, πίσω από τις γρίλιες. Μέσα από τη γλώσσα που γίνεται τόπος
και πατρίδα, τη μνήμη που επιστρέφει αλλοιωμένη από τις πολλαπλές επιστρώσεις,
τον χρόνο που χωρίζει σχηματικά το «τότε» από το «τώρα», χωρίς να καταφέρνει να
τα διαχωρίσει πλήρως.
Έτσι, η Βουλγαρία γίνεται ένα κάτοπτρο. Και αυτό που αντανακλάται μέσα
του δεν είναι μόνο ή κυρίως ο τόπος, αλλά εκείνοι που στάθηκαν απέναντί του.







ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Δεν υπάρχουν