Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο μεταπολιτευτικό Σύνταγμα, έχουμε εθιστεί στην
ιδέα ότι το καταστατικό κείμενο που πρέπει να οργανώνει κάθε δημοκρατική
κοινωνία είναι κάτι πολύ μακρινό για τους πολίτες. Αφορά μια κλειστή ομάδα
«έγκριτων» νομικών που συνομιλούν με προβεβλημένους πολιτικούς και
δημοσιογράφους, συνήθως στα βραδινά δελτία ειδήσεων, εκφράζοντας την
τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής επί παντός επιστητού.
Αυτή η αποστειρωμένη αντίληψη δεν έχει τίποτε να κάνει με μια μεγάλη
παράδοση που προτάσσει το Σύνταγμα ως το όπλο των εξουσιαζομένων απέναντι
στους κυβερνώντες και τις ελίτ που τους στηρίζουν. Μια διεθνή παράδοση
επαναστάσεων ήδη από τον 17 ο αιώνα, που στη χώρα μας μπορεί να
περηφανεύεται για τα Συντάγματα του Αγώνα, την 3 η Σεπτεμβρίου, την έξωση του
Όθωνα, την έκπτωση των Γλίξμπουργκ στον μεσοπόλεμο, την κυβέρνηση του
βουνού στην Κατοχή ή το 114 πριν τη χούντα.
Πώς χάθηκε αυτή η παράδοση στη μεταπολίτευση; Πώς μετατρέψαμε το
Σύνταγμα σε δουλειά κάποιων τεχνοκρατών; Γιατί πάψαμε να πιστεύουμε στο
νόημα των στοιχειωδών δικαιωμάτων μας και των βάσεων της δημοκρατίας,
έχοντας την εντύπωση ότι δεν είναι παρά «μεγάλα λόγια»; Τελικά, γιατί απέχουν οι
μισοί πολίτες από τις εκλογές, όταν ξέρουν ότι έτσι θα τους κυβερνούν εσαεί οι
μειοψηφίες των κρατούντων;
Σε παρόμοια ερωτήματα, οι απαντήσεις δεν σημαίνουν τίποτε λιγότερο από
μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα. Η προσέγγιση αυτή αντιπαρατίθεται
στην επικρατούσα τεχνοκρατική αντίληψη που έχει απονευρώσει την κριτική.
Υποστηρίζει ότι οι έννοιες που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα είναι απλές, για να
γίνονται κατανοητές από όλους. Ότι η ερμηνεία των συνταγματικών κανόνων
παρακολουθεί την κίνηση της ιστορίας και δεν παραμένει παγωμένη στη βούληση
εκείνων που αρχικά τους θέσπισαν. Αλλά και ότι η ερμηνεία αυτή πρέπει να
βασίζεται σε κάτι σταθερό, ώστε να μην οδηγείται στην εξυπηρέτηση των ισχυρών
της στιγμής: με δυο λέξεις, ότι το δίκαιο πρέπει να προηγείται της πολιτικής – όχι το
ανάποδο.
Σήμερα, άναυδοι μπροστά σε μια πρωτοφανή έκπτωση των θεσμών,
συνειδητοποιούμε ότι οι εγγυήσεις του Συντάγματος έμειναν ουσιαστικά ανενεργές,
παρά τα όσα ηχηρά ακούγαμε για πέντε δεκαετίες από την πολιτική εξουσία και
τους ρήτορες που την υπηρέτησαν. Η επιστροφή σε έναν μαχητικό συνταγματισμό
από «κάτω» και για χάρη των πολλών είναι πια το μεγάλο ζητούμενο.
Το φρούριο των πολιορκητών Αυτονομία ενός όπλου
€15,00
Πενήντα χρόνια μετά το πρώτο μεταπολιτευτικό Σύνταγμα, έχουμε εθιστεί στην
ιδέα ότι το καταστατικό κείμενο που πρέπει να οργανώνει κάθε δημοκρατική
κοινωνία είναι κάτι πολύ μακρινό για τους πολίτες. Αφορά μια κλειστή ομάδα
«έγκριτων» νομικών που συνομιλούν με προβεβλημένους πολιτικούς και
δημοσιογράφους, συνήθως στα βραδινά δελτία ειδήσεων, εκφράζοντας την
τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής επί παντός επιστητού.
Αυτή η αποστειρωμένη αντίληψη δεν έχει τίποτε να κάνει με μια μεγάλη
παράδοση που προτάσσει το Σύνταγμα ως το όπλο των εξουσιαζομένων απέναντι
στους κυβερνώντες και τις ελίτ που τους στηρίζουν. Μια διεθνή παράδοση
επαναστάσεων ήδη από τον 17 ο αιώνα, που στη χώρα μας μπορεί να
περηφανεύεται για τα Συντάγματα του Αγώνα, την 3 η Σεπτεμβρίου, την έξωση του
Όθωνα, την έκπτωση των Γλίξμπουργκ στον μεσοπόλεμο, την κυβέρνηση του
βουνού στην Κατοχή ή το 114 πριν τη χούντα.
Πώς χάθηκε αυτή η παράδοση στη μεταπολίτευση; Πώς μετατρέψαμε το
Σύνταγμα σε δουλειά κάποιων τεχνοκρατών; Γιατί πάψαμε να πιστεύουμε στο
νόημα των στοιχειωδών δικαιωμάτων μας και των βάσεων της δημοκρατίας,
έχοντας την εντύπωση ότι δεν είναι παρά «μεγάλα λόγια»; Τελικά, γιατί απέχουν οι
μισοί πολίτες από τις εκλογές, όταν ξέρουν ότι έτσι θα τους κυβερνούν εσαεί οι
μειοψηφίες των κρατούντων;
Σε παρόμοια ερωτήματα, οι απαντήσεις δεν σημαίνουν τίποτε λιγότερο από
μια εναλλακτική αντίληψη για το Σύνταγμα. Η προσέγγιση αυτή αντιπαρατίθεται
στην επικρατούσα τεχνοκρατική αντίληψη που έχει απονευρώσει την κριτική.
Υποστηρίζει ότι οι έννοιες που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα είναι απλές, για να
γίνονται κατανοητές από όλους. Ότι η ερμηνεία των συνταγματικών κανόνων
παρακολουθεί την κίνηση της ιστορίας και δεν παραμένει παγωμένη στη βούληση
εκείνων που αρχικά τους θέσπισαν. Αλλά και ότι η ερμηνεία αυτή πρέπει να
βασίζεται σε κάτι σταθερό, ώστε να μην οδηγείται στην εξυπηρέτηση των ισχυρών
της στιγμής: με δυο λέξεις, ότι το δίκαιο πρέπει να προηγείται της πολιτικής – όχι το
ανάποδο.
Σήμερα, άναυδοι μπροστά σε μια πρωτοφανή έκπτωση των θεσμών,
συνειδητοποιούμε ότι οι εγγυήσεις του Συντάγματος έμειναν ουσιαστικά ανενεργές,
παρά τα όσα ηχηρά ακούγαμε για πέντε δεκαετίες από την πολιτική εξουσία και
τους ρήτορες που την υπηρέτησαν. Η επιστροφή σε έναν μαχητικό συνταγματισμό
από «κάτω» και για χάρη των πολλών είναι πια το μεγάλο ζητούμενο.






ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Δεν υπάρχουν